30 χρόνια από τις δολοφονίες Ισαάκ και Σολωμού: Τους σκότωσαν μπροστά στις κάμερες, οι δράστες δεν δικάστηκαν ποτέ

Τα εγκλήματα καταγράφηκαν καρέ καρέ, οι ύποπτοι αναγνωρίστηκαν, όμως κανείς δεν οδηγήθηκε σε δίκη – Αντίθετα, ορισμένοι έκαναν ακόμη και πολιτική καριέρα στα κατεχόμενα

Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα μετά το λιντσάρισμα του Τάσου Ισαάκ στο οδόφραγμα της Δερύνειας στην Κύπρο, λίγα μόνο μέτρα από την σκλαβωμένη Αμμόχωστο.

Τρεις μέρες μετά ακολούθησε η εν ψυχρώ δολοφονία του Σολωμού Σολωμού. Δεκατρία κυπριακά εντάλματα και δέκα διεθνείς αστυνομικές καταχωρίσεις της Interpol παραμένουν χωρίς αντίκρισμα. Η Τουρκία δεν έκρυψε τους δολοφόνους και τους άφησε να κάνουν καριέρα.

Υπάρχουν εγκλήματα που χρειάζονται χρόνια ερευνών για να αποκτήσουν πρόσωπα και ονόματα. Οι δολοφονίες του Τάσου Ισαάκ και του Σολωμού Σολωμού όμως δεν ανήκουν σε αυτή την κατηγορία.

Τους σκότωσαν μπροστά στις κάμερες
Όσα συνέβησαν στη Δερύνεια, τον Αύγουστο του 1996, καταγράφηκαν καρέ καρέ. Υπήρχαν τηλεοπτικές κάμερες, φωτογράφοι, μέλη της Ειρηνευτικής Δύναμης του ΟΗΕ, αστυνομικοί και εκατοντάδες άνθρωποι που είδαν ένα οργανωμένο πλήθος να λιντσάρει τον Τάσο Ισαάκ και, τρεις ημέρες αργότερα, ενόπλους να πυροβολούν τον Σολωμό Σολωμού την ώρα που ανέβαινε στον ιστό της τουρκικής σημαίας.

30 χρόνια από τις δολοφονίες Ισαάκ και Σολωμού: Τους σκότωσαν μπροστά στις κάμερες, οι δράστες δεν δικάστηκαν ποτέ
Το λιντσάρισμα του Τάσου Ισαάκ
30 χρόνια από τις δολοφονίες Ισαάκ και Σολωμού: Τους σκότωσαν μπροστά στις κάμερες, οι δράστες δεν δικάστηκαν ποτέ
Η εν ψυχρώ δολοφονία του Σολωμού Σολωμού

Οι εικόνες εξετάστηκαν από εμπειρογνώμονες, οι μαρτυρίες καταγράφηκαν και οι δράστες αναγνωρίστηκαν. Εκδόθηκαν κυπριακά εντάλματα σύλληψης και η Interpol καταχώρισε διεθνή σήματα. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποφάνθηκε ομόφωνα ότι και οι δύο νέοι σκοτώθηκαν από όργανα του τουρκικού κράτους ή με τη συμμετοχή και ανοχή τους.

Εκεί σταμάτησε η λειτουργία της Δικαιοσύνης και άρχισε η πολιτική προστασία.

Κανένας από τους εμπλεκομένους δεν κάθισε σε εδώλιο. Ορισμένοι χάθηκαν από τη δημόσια θέα και άλλοι συνέχισαν κανονικά τη ζωή τους, προήχθησαν, συνταξιοδοτήθηκαν ή μεταπήδησαν στην πολιτική.

Έγιναν «βουλευτές», «υπουργοί» και «αναπληρωτές πρωθυπουργοί» του κατοχικού καθεστώτος. Ένας συνελήφθη στο Κιργιστάν, αλλά δεν εκδόθηκε ποτέ στην Κύπρο. Άλλος συνελήφθη στην Κωνσταντινούπολη για λαθρεμπόριο κινητών τηλεφώνων, χωρίς το διεθνές σήμα για τη δολοφονία του Σολωμού να δημιουργήσει ιδιαίτερη ενόχληση στις τουρκικές αρχές.

Η υπόθεση δεν σκάλωσε επειδή έλειπαν τα στοιχεία, σκάλωσε επειδή η Άγκυρα αποφάσισε ότι τα στοιχεία δεν θα είχαν συνέπειες.

Από το Τείχος του Αίσχους στο αίσχος του συρματοπλέγματος
Η πανευρωπαϊκή πορεία των μοτοσικλετιστών ξεκίνησε στις 2 Αυγούστου 1996 από την Πύλη του Βρανδεμβούργου στο Βερολίνο με προορισμό τη κατεχόμενη Κερύνεια.

Η επιλογή της αφετηρίας δεν ήταν τυχαία. Το Τείχος του Βερολίνου είχε πέσει και η Ευρώπη πανηγύριζε το τέλος των διαιρέσεων και του Ψυχρού Πολέμου. Στην Κύπρο, όμως, ένα άλλο τείχος παρέμενε όρθιο, με συρματοπλέγματα, φυλάκια, ναρκοπέδια και δεκάδες χιλιάδες Τούρκους στρατιώτες.

Η πορεία διέσχισε ευρωπαϊκές χώρες, έφτασε στην Ελλάδα και από τον Πειραιά πέρασε στην Κύπρο. Οι μοτοσικλετιστές αποβιβάστηκαν στη Λεμεσό στις 10 Αυγούστου, μέσα σε κλίμα έντονης συγκίνησης αλλά και ανησυχίας.

30 χρόνια από τις δολοφονίες Ισαάκ και Σολωμού: Τους σκότωσαν μπροστά στις κάμερες, οι δράστες δεν δικάστηκαν ποτέ

Η κυβέρνηση του Γλαύκου Κληρίδη είχε πληροφορίες ότι η τουρκική πλευρά οργάνωνε δυναμική αντίδραση.

Ο τότε Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ζήτησε από τους διοργανωτές να μην επιχειρήσουν να διασπάσουν τη γραμμή κατάπαυσης του πυρός. Η επίσημη εκδήλωση ακυρώθηκε την τελευταία στιγμή, χωρίς όμως να είναι πλέον δυνατόν να ανακοπεί η κινητοποίηση χιλιάδων ανθρώπων. Μοτοσικλετιστές και πολίτες κατευθύνθηκαν αυθόρμητα προς διαφορετικά σημεία της νεκρής ζώνης.

Στη Δερύνεια δεν τους περίμεναν μόνο Τουρκοκύπριοι αντιδιαδηλωτές. Είχαν μεταφερθεί από την Τουρκία μέλη των «Γκρίζων Λύκων», οργανωμένοι και εξοπλισμένοι με ρόπαλα, μεταλλικούς σωλήνες και πέτρες.

Η παρουσία τους καταγράφηκε στην έκθεση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για τη δράση της Ειρηνευτικής Δύναμης. Τουρκική έκθεση ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανέφερε αργότερα ότι χρησιμοποιήθηκαν κρατικά χρήματα για την κάλυψη εξόδων μελών του τουρκικού εθνικιστικού χώρου που ταξίδεψαν στην Κύπρο.

Η κυπριακή Αστυνομία δεν κατάφερε να συγκρατήσει τους διαδηλωτές. Η Ειρηνευτική Δύναμη έχασε τον έλεγχο της περιοχής. Την ίδια ώρα, η τουρκική πλευρά επέτρεψε σε οργανωμένους αντιδιαδηλωτές, στρατιωτικούς και μέλη της κατοχικής «αστυνομίας» να περάσουν μέσα στη νεκρή ζώνη.

Το Συμβούλιο Ασφαλείας, με το ψήφισμα 1092 του Δεκεμβρίου 1996, κατέγραψε την παθητική στάση της κυπριακής Αστυνομίας, αλλά και την αχρείαστη, δυσανάλογη βία που ασκήθηκε από την τουρκική και τουρκοκυπριακή πλευρά. Ήταν το σοβαρότερο συμβάν πάνω στη γραμμή κατάπαυσης του πυρός μετά το 1974.

Το λιντσάρισμα του Τάσου Ισαάκ

Ο Τάσος Ισαάκ ήταν 24 ετών και πρόσφυγας από την Αμμόχωστο. Μέσα στη σύγχυση επιχείρησε να βοηθήσει άλλον Ελληνοκύπριο που δεχόταν επίθεση. Αποκόπηκε από τους υπόλοιπους, μπλέχτηκε στην περιοχή των συρματοπλεγμάτων και περικυκλώθηκε από ομάδα τουλάχιστον 15 ατόμων. Ακολούθησε λιντσάρισμα.

Ο Ισαάκ ρίχτηκε στο έδαφος και δεχόταν για αρκετά λεπτά χτυπήματα στο κεφάλι και στο σώμα. Οι δράστες χρησιμοποιούσαν ρόπαλα, πέτρες και μεταλλικά αντικείμενα. Στο φωτογραφικό και κινηματογραφικό υλικό διακρίνονται τουλάχιστον τέσσερις ένστολοι των τουρκικών δυνάμεων να συμμετέχουν ενεργά στον ξυλοδαρμό. Κανένας δεν προσπάθησε να τον συλλάβει ή να τον προστατεύσει.

Η νεκροτομή, την οποία διενήργησε ο διεθνούς κύρους καθηγητής Ιατροδικαστικής Πήτερ Βανέζης, κατέγραψε πολλαπλά πλήγματα με κυλινδρικά και τετράγωνα μεταλλικά αντικείμενα. Στα χέρια του υπήρχαν κακώσεις που έδειχναν ότι προσπάθησε να προστατεύσει το κεφάλι του. Ο θάνατός του προκλήθηκε από τα βαρύτατα κρανιοεγκεφαλικά τραύματα.

Η Τουρκία πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι ο Ισαάκ είχε χάσει τη ζωή του επειδή μπλέχτηκε στα συρματοπλέγματα. Η εκδοχή αυτή κατέρρευσε ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Στην απόφαση της 24ης Ιουνίου 2008, το ΕΔΑΔ έκρινε ομόφωνα ότι ο Τάσος Ισαάκ σκοτώθηκε από ομάδα στην οποία συμμετείχαν μέλη των τουρκικών δυνάμεων και ότι η θανατηφόρα βία ασκήθηκε με τη συμμετοχή ή τη σιωπηρή συγκατάθεση οργάνων του τουρκικού κράτους. Διαπίστωσε επίσης ότι η Τουρκία δεν πραγματοποίησε καμία αποτελεσματική έρευνα, παρά το άφθονο φωτογραφικό υλικό που επέτρεπε την αναγνώριση των δραστών.

Ο Τάσος άφησε πίσω του τη σύζυγό του, η οποία βρισκόταν στον όγδοο μήνα της εγκυμοσύνης της. Η κόρη τους, Αναστασία, γεννήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1996. Δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα της, γνώρισε, όμως, τις εικόνες του θανάτου του και μεγάλωσε βλέποντας ανθρώπους που καταζητούνταν για τη δολοφονία του να κυκλοφορούν ελεύθεροι.

Πέντε σφαίρες για έναν άοπλο άνθρωπο

Στις 14 Αυγούστου έγινε στο Παραλίμνι η κηδεία του Τάσου Ισαάκ. Μετά την ταφή, πολίτες επέστρεψαν στη Δερύνεια για να αφήσουν λουλούδια στο σημείο όπου είχε δολοφονηθεί.

Ανάμεσά τους βρισκόταν ο 26χρονος Σολωμός Σολωμού, επίσης πρόσφυγας από την Αμμόχωστο και ξάδελφος του Ισαάκ.
Ο Σολωμού απομακρύνθηκε από το πλήθος, πέρασε τη γραμμή κατάπαυσης του πυρός και πλησίασε τον ιστό της τουρκικής σημαίας. Άρχισε να ανεβαίνει έχοντας ακόμη ένα τσιγάρο στα χείλη του. Δεν είχε όπλο και δεν επιτέθηκε σε κανέναν.

Θα μπορούσε να είχε απομακρυνθεί ή να είχε συλληφθεί, αλλά οι ένοπλοι στο τουρκικό παρατηρητήριο επέλεξαν να τον δολοφονήσουν. Δέχθηκε πέντε σφαίρες.

30 χρόνια από τις δολοφονίες Ισαάκ και Σολωμού: Τους σκότωσαν μπροστά στις κάμερες, οι δράστες δεν δικάστηκαν ποτέ

Μέλη της Ειρηνευτικής Δύναμης κατέθεσαν ότι είδαν δύο άνδρες με τουρκική στρατιωτική στολή και έναν άνδρα με πολιτικά να πυροβολούν από το μπαλκόνι του παρατηρητηρίου. Αμέσως μετά ακολούθησε καταιγισμός πυρών προς τη νεκρή ζώνη. Τραυματίστηκαν πολίτες και δύο κυανόκρανοι.

Ανάμεσα στους τραυματίες ήταν και η Γεωργία Ανδρέου, μητέρα φίλης του Τάσου Ισαάκ. Χτυπήθηκε στην κοιλιά, υποβλήθηκε σε τρεις χειρουργικές επεμβάσεις και έχασε το ένα νεφρό της και τμήμα του παγκρέατος. Υπέφερε επίσης από μετατραυματικό στρες και κατάθλιψη. Πέθανε το 2005, ενώ η προσφυγή της κατά της Τουρκίας είχε ήδη κατατεθεί. Το 2009, το ΕΔΑΔ έκρινε ότι και στην περίπτωσή της υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή, επειδή τα πυρά στα οποία εκτέθηκε μπορούσαν να αποβούν θανατηφόρα.

Για τη δολοφονία του Σολωμού, η Άγκυρα επιχείρησε να δημιουργήσει την εντύπωση γενικευμένης ανταλλαγής πυρών. Το βίντεο, οι βαλλιστικές εκθέσεις και οι μαρτυρίες των κυανόκρανων έδειξαν το αντίθετο.

30 χρόνια από τις δολοφονίες Ισαάκ και Σολωμού: Τους σκότωσαν μπροστά στις κάμερες, οι δράστες δεν δικάστηκαν ποτέ

Στην απόφασή του για την υπόθεση Σολωμού, το ΕΔΑΔ διαπίστωσε ότι πριν από τους πυροβολισμούς δεν υπήρχε ανταλλαγή πυρών και ότι ο άοπλος διαδηλωτής σκοτώθηκε από πράκτορες του τουρκικού κράτους. Το γεγονός ότι είχε παραβιάσει τη γραμμή κατάπαυσης του πυρός και ανέβαινε στον ιστό μιας σημαίας δεν μπορούσε, κατά το Δικαστήριο, να δικαιολογήσει τη χρήση θανατηφόρας βίας.

Δεκατρία εντάλματα

Οι αριθμοί γύρω από τις δύο υποθέσεις προκαλούν συχνά σύγχυση, καθώς άλλο πράγμα είναι το κυπριακό δικαστικό ένταλμα, άλλο η ερυθρά ειδοποίηση της Interpol και άλλο η διεθνής αστυνομική αγγελία, γνωστή ως Diffusion.

Για τη δολοφονία του Τάσου Ισαάκ είχαν καταγραφεί αρχικά έξι ύποπτοι. Το 2013 τα παλαιά εντάλματα ακυρώθηκαν για διαδικαστικούς λόγους και εκδόθηκαν οκτώ νέα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου. Τα δύο επιπλέον ονόματα δεν δόθηκαν επισήμως στη δημοσιότητα.

Για τον φόνο του Σολωμού Σολωμού εκδόθηκαν πέντε κυπριακά εντάλματα. Συνολικά, επομένως, βρίσκονται σε ισχύ δεκατρία εθνικά εντάλματα, οκτώ για την υπόθεση Ισαάκ και πέντε για την υπόθεση Σολωμού.

Η τελευταία λεπτομερής επίσημη καταγραφή περιλαμβάνεται σε υπόμνημα της Κυπριακής Δημοκρατίας προς την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, τον Μάιο του 2024. Σύμφωνα με το υπόμνημα, για την υπόθεση Ισαάκ παρέμεναν ενεργές τρεις ερυθρές ειδοποιήσεις και πέντε Diffusions. Για την υπόθεση Σολωμού βρίσκονταν σε ισχύ δύο ερυθρές ειδοποιήσεις, εναντίον του Κενάν Ακίν και του Ερντάλ Χατζιαλί Εμανέτ.

Άρα, η συνολική εικόνα είναι πέντε ερυθρές ειδοποιήσεις και πέντε Diffusions, και δέκα ενεργές διεθνείς αστυνομικές καταχωρίσεις.

Το περασμένο Σάββατο, κατά την κεντρική εκδήλωση για τα τριάντα χρόνια από τις δολοφονίες, ο Κύπριος Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης αναφέρθηκε σε «13 εθνικά και πέντε διεθνή εντάλματα». Ο αριθμός των πέντε διεθνών ενταλμάτων αντιστοιχεί προφανώς στις πέντε ερυθρές ειδοποιήσεις.

30 χρόνια από τις δολοφονίες Ισαάκ και Σολωμού: Τους σκότωσαν μπροστά στις κάμερες, οι δράστες δεν δικάστηκαν ποτέ

Οι υπόλοιπες πέντε καταχωρίσεις είναι Diffusions και συνήθως δεν περιλαμβάνονται στη δημόσια αναφορά ως «εντάλματα», παρότι αποτελούν ενεργά διεθνή αστυνομικά αιτήματα.

Υπάρχει, βεβαίως, ακόμη μία κρίσιμη διευκρίνιση. Η ίδια η Interpol εξηγεί ότι το Red Notice (ερυθρά ειδοποίηση) δεν αποτελεί υπερεθνικό ένταλμα που υποχρεώνει αυτομάτως κάθε χώρα να συλλάβει έναν καταζητούμενο. Είναι αίτημα εντοπισμού και προσωρινής σύλληψης, βασισμένο σε εθνικό ένταλμα. Κάθε κράτος αποφασίζει, σύμφωνα με τη νομοθεσία του, αν θα προχωρήσει σε σύλληψη και έκδοση.

Αυτό αφήνει περιθώρια νομικών χειρισμών, δεν προσφέρει, όμως, καμία πειστική εξήγηση για το πώς ένας καταζητούμενος μπορεί να περνά από αεροδρόμια, δικαστήρια, υπουργεία και κομματικά συνέδρια χωρίς να φτάνει ποτέ ενώπιον της κυπριακής Δικαιοσύνης.

Οι καταζητούμενοι που έκαναν καριέρα

Η περίπτωση του Ερχάν Αρικλί αποτυπώνει με τον καθαρότερο τρόπο την έκταση της ατιμωρησίας. Το όνομά του συνδέθηκε από την κυπριακή έρευνα με τη δολοφονία του Ισαάκ. Τον Σεπτέμβριο του 2012 εντοπίστηκε και συνελήφθη στο Κιργιστάν βάσει διεθνούς σήματος. Η Κυπριακή Δημοκρατία απέστειλε ένταλμα, φωτογραφίες και συμπληρωματικά στοιχεία ζητώντας την έκδοσή του. Τελικά αφέθηκε ελεύθερος και επέστρεψε στα κατεχόμενα.

Η σύλληψη δεν εμπόδισε την πολιτική του ανέλιξη. Ίδρυσε κόμμα που εκφράζει κυρίως τους Τουρκους εποίκους, εξελέγη «βουλευτής», διεκδίκησε την «προεδρία» του ψευδοκράτους και διορίστηκε «αναπληρωτής πρωθυπουργός» και «υπουργός». Από το 2022 κατέχει το χαρτοφυλάκιο των «Δημοσίων Έργων και Μεταφορών».

Ο Κενάν Ακίν, ο άνδρας με τα πολιτικά που αναγνωρίστηκε στο μπαλκόνι του τουρκικού παρατηρητηρίου, υπήρξε «υπουργός» και «βουλευτής». Το 2004 συνελήφθη στο αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης για απόπειρα λαθρεμπορίας περίπου χιλίων κινητών τηλεφώνων. Η Τουρκία μπορούσε να τον συλλάβει για τις βαλίτσες, αλλά δεν θεώρησε ότι έπρεπε να ασχοληθεί με την κόκκινη ειδοποίηση για τον φόνο του Σολωμού.

Ο Ερντάλ Χατζιαλί Εμανέτ, τότε διοικητής των ειδικών δυνάμεων της κατοχικής «αστυνομίας», συνέχισε να υπηρετεί και να ανεβαίνει στην ιεραρχία. Αποχώρησε με σύνταξη τον Ιούλιο του 2012, χωρίς να ανακριθεί για όσα κατέγραψαν οι κάμερες και οι κυανόκρανοι.

Η Τουρκία, συνεπώς, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι αγνοούσε πού βρίσκονταν οι καταζητούμενοι. Κάποιοι εμφανίζονταν σε επίσημες τελετές, φωτογραφίζονταν με πολιτικούς και ασκούσαν δημόσια αξιώματα. Δεν ήταν φυγάδες σε κάποια μακρινή χώρα με πλαστή ταυτότητα και βρίσκονταν κάτω από το φως των προβολέων.

Η καταδίκη, οι αποζημιώσεις και η έρευνα που δεν έγινε

Το ΕΔΑΔ επιδίκασε αποζημίωση στην οικογένεια του Τάσου Ισαάκ συνολικά €227.000 και στην οικογένεια του Σολωμού Σολωμού €137.000 , περιλαμβανομένων των δικαστικών εξόδων.

Η πληρωμή αποζημιώσεων, όμως, δεν εξαντλούσε τις υποχρεώσεις της Τουρκίας. Οι αποφάσεις απαιτούσαν αποτελεσματική ποινική έρευνα, εντοπισμό των υπευθύνων και εξέταση της ευθύνης των στρατιωτικών, των «αστυνομικών» και των ιδιωτών που συμμετείχαν στα εγκλήματα.

Η έρευνα αυτή δεν έγινε ποτέ.

Η Άγκυρα επικαλέστηκε εκθέσεις του 1996, του 2011 και του 2021, καθώς και μεταγενέστερη αξιολόγηση της κατοχικής «αστυνομίας». Υποστήριξε ότι η ποιότητα των φωτογραφιών και των βίντεο, σε συνδυασμό με την πάροδο του χρόνου, δεν επέτρεπε νέες ανακριτικές ενέργειες.

Το επιχείρημα είχε μια σοβαρήαδυναμία. Η Τουρκία δεν κατέθεσε στην Επιτροπή Υπουργών ούτε ολόκληρη την αξιολόγηση ούτε την έκθεση του ειδικού που φέρεται να εξέτασε το οπτικό υλικό.

Παρουσίασε επιλεγμένα αποσπάσματα για τον φωτισμό ορισμένων εικόνων και τις δυσκολίες της τεχνικής εξέτασης, αποφεύγοντας να εξηγήσει γιατί δεν ανακρίθηκαν άνθρωποι οι οποίοι είχαν αναγνωριστεί και βρίσκονταν επί χρόνια κάτω από τον έλεγχό της. Η κυπριακή πλευρά επεσήμανε εύστοχα ότι η τουρκική αξιολόγηση δεν αναζητούσε όσα μπορούσαν ακόμη να γίνουν. Αναζητούσε λόγους για να μη γίνει τίποτε.

Οι υποθέσεις παρέμειναν υπό την αυξημένη εποπτεία της Επιτροπής Υπουργών. Είχαν προγραμματιστεί να εξεταστούν εκ νέου κατά την 1563η συνεδρίαση, από τις 9 έως τις 11 Ιουνίου 2026. Το θέμα, ωστόσο, αναβλήθηκε. Ο φάκελος δεν έκλεισε, αλλά προστέθηκε ακόμη μία αναμονή σε μια διαδρομή που μετρά πλέον τρεις δεκαετίες.

Δεσμεύσεις Χριστοδουλίδη

Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης αποκάλυψε ότι υπάρχουν εξελίξεις στις δύο υποθέσεις. Είπε ότι η κυβέρνηση κάνει όσα πρέπει σε σχέση με τους υπευθύνους και απέφυγε να δώσει λεπτομέρειες, σημειώνοντας ότι θα ενημέρωνε πρώτα τις οικογένειες.

Προχθές προχώρησε ένα βήμα περισσότερο, δεσμευόμενος ότι η Κυπριακή Δημοκρατία θα εντατικοποιήσει τις προσπάθειες για την εκτέλεση των ενταλμάτων.

Χωρίς συγκεκριμένες πληροφορίες δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε αν οι εξελίξεις αφορούν ανανέωση διεθνών καταχωρίσεων, νέες δικαστικές διαδικασίες, κινήσεις σε χώρες όπου ταξιδεύουν οι ύποπτοι ή αξιοποίηση ευρωπαϊκών μηχανισμών αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας.

Η μυστικότητα μπορεί να είναι επιβεβλημένη όταν βρίσκεται σε εξέλιξη μια επιχείρηση εντοπισμού ή σύλληψης. Μετά από τριάντα χρόνια, όμως, η κοινή γνώμη και κυρίως οι οικογένειες δικαιούνται κάποτε να δουν αποτέλεσμα. Στις υποθέσεις Ισαάκ και Σολωμού οι επίσημες δεσμεύσεις υπήρξαν πολλές. Οι συλλήψεις ελάχιστες και οι εκδόσεις καμία.

Η Τουρκία δεν αμφισβήτησε ποτέ πραγματικά ότι οι ύποπτοι βρίσκονταν σε έδαφος που ελέγχει. Δεν χρειάστηκε να τους κρύψει. Τους προστάτευσε πολιτικά, τους άφησε να σταδιοδρομήσουν και αρνήθηκε είτε να τους παραδώσει είτε να τους δικάσει η ίδια.

Ο Τάσος Ισαάκ και ο Σολωμός Σολωμού δεν σκοτώθηκαν μέσα στη σύγχυση μιας πολεμικής μάχης. Δολοφονήθηκαν σε περίοδο κατάπαυσης του πυρός, μπροστά σε κυανόκρανους και τηλεοπτικά συνεργεία. Οι συνθήκες του θανάτου τους είναι γνωστές. Τα πρόσωπα έχουν αναγνωριστεί. Τα ονόματα βρίσκονται σε δικαστικούς φακέλους και διεθνείς αστυνομικές βάσεις δεδομένων.

30 χρόνια από τις δολοφονίες Ισαάκ και Σολωμού: Τους σκότωσαν μπροστά στις κάμερες, οι δράστες δεν δικάστηκαν ποτέ

Τριάντα χρόνια αργότερα, δεν αναζητείται πλέον η αλήθεια. Αναζητείται το κράτος που θα τολμήσει να τους φορέσει χειροπέδες.

Σχετικά

Αφήστε ένα σχόλιο